is touching yourself worth an eternity in hell?

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Κaτεpινa

Επειδη η Κατερινα ελεγε παντα ο,τι ηθελα να πω εγω καλυτερα απο μενα.

---------------------------------------------------------------

Και που λέω πως είμαι βλάκας
είναι γιατί κι αυτό μπορεί να το συνηθίσω
να το πάρω για καλό λυπάμαι πολύ
αγαπάω και τους δολοφόνους λέω τι είναι η ζωή
τι είναι ο θάνατος τι είναι η σχιζοφρένεια τι είναι ο δικαστής
και τι είναι ο καταδότης τι είναι έρωτας τι είναι
μια καρτούλα απο μια ξένη χώρα τι είναι το επιχείρημα
και τι η αντοχή πρέπει ν’αγοράσω μια μεγάλη
όλο τρύπες μπλε ομπρέλα να μας χωράει όλους.

---------------------------------------------------------------

Άνοιξα τσακ απότομα τα μάτια μου απ’τη φασαρία που’κανε το ταβάνι άγρια μεσάνυχτα
λύνοντας τα σχοινιά απ’τους 4 τοίχους κι έφυγε παίρνοντας μαζί του τη σκεπή και τις κουβέρτες μου
Ευκάλυπτοι
σακουλάκια λεβάντας και βατομουριές ήρθανε και ξαπλώσανε στα δόντια μου στο μαξιλάρι μου και στα μαλλιά μου
Μ’ένα σφύριγμα βαποριού σαλπάρισε η πόρτα
κι απ’το πέρασμα μπήκαν με μικρά πηδηματάκια
η μάνα μου κι ο πατέρας νιόνυμφοι
και στον καθρέφτη που γυαλίστηκα ήμουν όμορφη
όχι όμως έτσι σαν άνθρωπος
ήμουνα μισό Βαρδάρης – μισό άσπρο πουλί – περίεργο άσπρο
όπου και να με βάλουν προσαρμόζομαι σκέφτηκα
καλο να’ναι αυτό ή κακό
είχα αρχίσει να χάνω και χρώμα
είχε αρχίσει να μπαίνει και μουσική
είχαν αρχίσει όλοι να νυστάζουνε...
να χασμουριούνται... αποκοιμήθηκαν...
έχω εμπιστοσύνη παρόλ’αυτά στο είδος μου
Υπερεαλιστές ποιητές όμοιοι με σταλινικούς ήρωες
Ξεφτίλες βάσανα παρακάλια πείσμα υπομονή
τέτοιοι είμαστε
έτσι είναι οι άνθρωποι

---------------------------------------------------------------

Είναι επειδή είμαστε παρέα με το παιδί
κι αμέρτητες φορές – αγκαλιά απ’τη μέση
μετρήσαμε τ’αμέτρητα τ’άστρα
και κείνα που λέγανε για καλύτερα χρόνια
τα φάγαμε βγάζοντας κουβάδες με νερό
για να μπορούν να ταξιδεύουνε για πάντα
τα πλοία που δεν άραξαν
κι είναι επειδή μια και κάτω
κατεβάσαμε όλα τα ξυνισμένα κρασιά
και βγάλαμε τα σωθικά μας τραγουδώντας
γεμάτα παράπονο – παιδιακίσα πράματα
τον Ιούλιο κάποτε
γι’αυτό άμα κάνει κανείς μια κίνηση έτσι
για να μας χαϊδέψει
κάνουμε εμείς μια κίνηση πίσω
σαν να μη φάμε ξύλο
Γι’αυτό αν τύχει και μ’αγαπήσεις
πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ
πως θα μ’αγκαλιάσεις. Πονάει εδώ. Κι εδώ. Κι εκεί.

---------------------------------------------------------------

Έλα να σου πω...
Έλα πάρε με απο δω. Πάμε να φύγουμε απο δω μέσα.
Τα χέρια μου τρέμουν σπάω συνέχεια πράγματα
εχουνε σπάσει τα νεύρα μου
κι εσύ – το βλέπεις – όποτε έρχεσαι δω
δεν έχω να σου πω τίποτα
Κάθε βράδυ ενώ μουλιάζω σε κάποια θάλασσα
εγώ φυλάγομαι με βρόχινη ομπρέλα
Σ’όλες τις φωτογραφίες που τράβηξα στη γη
βγαίνει συνέχεια στον ουρανό
ένα κίτρινο άλογο που δεν προχωράει
Είμαι πολύ λυπημένη σκοντάφτω συνέχεια
μπορεί να φταίνε και τα τακούνια
το μόνο που με δένει πια με τη μάνα μου είναι οι ενοχές μου
και τ’όνομά μου έτσι απλά που με φωνάζουνε
μου φέρνει δάκρυα δε θέλω να κλάιω
Πάρε με λοιπόν απο δω.
Θέλω να σου δείξω τα καλοκαιρίατικα θέατρα
πως ζούνε το χειμώνα
πόσο άδεια είναι τα σχολικά όταν έχουν αργία
κι όλους τους φίλους που φύγανε
και δεν μπορούν πια να με προδώσουν
πάμε απο δω πάμε εκδρομή σε μέρος που δεν έγινε
αφού στο’χω γράψει, στο’χω πει
όπου κι αν πάτησα άφηνα αίμα
γι’αυτό δεν μπορώ ποτέ που να σταθώ
κι όλο αλλάζω σεντόνια
φέρε κι ένα τρενάκι ψεύτικο
πρέπει να παίξω γι’αυτό δεν μεγάλωσα
σκέψου δεν έμαθα τίποτα
μοιάζω με τα ζώα
όποιος ηλίθιος κυνηγός βγει μπορεί να με σκοτώσει
ξέρω μονάχα ανακλαστικά
το δρόμο που πηγαίνει στη δουλειά
αρχίζω να γερνάω
ποτέ κανείς δεν κατάλαβε
θα μου πεις καλύτερα έτσι.

---------------------------------------------------------------

Κάνω προσπάθεια να «γράψω»
Του λόγου μου το αληθές, όταν διαβάζεις αυτές τις γραμμές
Θα’ναι να’χω πετάξει.
Στις αράδες μου μπλέκονται αγριοφράουλες και βατομουριές
χιλιόμετρα που πέφτουν απάνω μου δε μ’αφήνουν να προχωρήσω
Αυτός ο κατακερματισμένος μανδύας, σκισμένος απο αέρηδες
κι απο βροχές, αυτός ο άσπρος σταλαγμίτης το σώμα μου
μπλέκεται μέσα στα ανυπόδετα πόδια μου, εκθέτει τη χωρίς
ανθρώπινη ανταπόκριση ψυχή μου.
Κάνω προσπάθεια να γράψω...
Οι δρόμοι της πολυαγαπημένης πόλης μου, φίδια τώρα της γνώσης
μου παραδώσανε της πόλης τα κλειδιά, με εκπαιδεύσανε, με μάθανε
όσο με σφίγγουνε ν’ανοίγομαι, τώρα με σφίγγουνε, ανοίγω...
Τώρα σε λίγο δε θα μπορέσεις να με πιάσεις πια, αν μπορέσεις
κυνήγα με, δε θα με βρεις στους δρόμους της πια, με προφυλάνε
με κρύβουνε ανεβαίνω...
Σε λίγο αν κοιτάξεις λυπημένος το βράδυ στον ουρανό ψηλά
θα’μαι ένα χαζό παιδικό άστρο που όλο θα πέφτω
Ίσως κάνω λάθος που θέλω να γράψω για να κρατηθώ
Είναι ίσως γιατί νομίζω πως δεν πρόλαβα να πω
Ευχαριστώ
κι αντί για πεφτάστρο που πρέπει να γίνω και να χαθώ
σαν άνθρωπος αντίθετα ακόμα να σκέφτομαι
και θέλω ρόδο αγάπης να γίνω....

---------------------------------------------------------------

Στο Σημείο
που όσο πλησιάζω
απομακρύνεται
Στο Σημείο
που όσο σκοτεινιάζει
αναδύεται
Στο Σημείο
που κρατάω στη χούφτα μου
κι άμα πάω να στο δείξω
υδρατμός αγάπης γίνεται
και εξανεμίζεται
Στο Σημείο που ονομάζω
Εσύ – Εγώ
εγγράφω όλους τους φόνους
ποδοπατημένων χορταριών
Ν’ανθίσει

---------------------------------------------------------------

Και ήρθε – και χάμω – στα γόνατα έπεσα
και χωμάτινος βόλος έγινα
και μέσα μου κύλησα
και σε μια ανάσα της ψυχής μου
που είχε μείνει φεγγερή – εκεί ακούμπησα –
κι έκλαιγα νερό. Νερά πολύ.
Κι όσο νερό έβγαλα
νερό δεν είχε για μένα
στέρεψα – λέπια – γοργόνα έγινα
κι ο άνθρωπος φοβήθηκε ακόμα πιο πολύ....
Κι όταν τα μάτια άνοιξα
και πλάι και γύρω και παντού
μεγάλη λίμνη έγινε
που πλέανε αιωνόβια μικρούτσικα ανθάκια
...νύχτωνε στον ουρανό...
Και σε δυο περίεργα σύννεφα
που ακίνητα τρέχαν
εγώ ανάμεσα σε δυο διάτρητους ληστές
στα φώτα σταυρωμένη
Μπορεί δίκαια....
Προκάλεσα με πάθος τη ζωή
Ασέβησα δυο φορές γιατί τους ήξερα τους Νόμους
Άσκησα την όραση για μακριά
Κι έχασα τα κοντινά μου
Τώρα
Πληρώνω με ντροπή
Χωρίς σκυλί
Χωρίς ραβδί
Τυφλή
Διαβαίνω ανάμεσά σας

Εσύ!
Εσένα που αγάπησα
Κοίτα αμα πιεις κι όπως πάντα μεθύσεις
Μην πεις ποτέ πως μ’αγάπησες
Δε θ’άφηνες να γίνω πλατανόφυλλο
Σε ξεροπόταμους να πλέω....

Δέντρο ήμουνα κι έσπασα
Μου’σπασαν όλα τα κλαδιά
γιατί εκεί τρέχανε τα ξεστρατισμένα παιδιά
να παίξουνε τους κρεμασμένους

Ρίζα με λένε τώρα
Το χρώμα μου
νύχτας βαθιάς μαβί
εκείνο που παίρνει ο ουρανός
όταν μεγάλο βράχο δένει στο λαιμό
και σ’άραχλα νερά βουλιάζει το φεγγάρι

Η αφή μου
βελούδο φθαρμένο παλιό
με νεκρικές ανταύγειες τσαλακωμένο
σε ηρωικές γιορτές
εξάρσεις βίας
και πορείες οργής παραφορεμένο

Ο ήχος μου συνέχεια
ανάμνηση δέντρου που φυλλορροεί

Ποιος είναι ο λόγος της ποίησης
που βγαίνει απ’το ποιώ
και που σημαίνει πράττω

κι εγώ, πως μου’ρθε να γράψω ποιήματα
ακόμα πιο πολύ δεν έχω τόπο να σταθώ
και με το ίδο παιδικό παράπονο κοτζάμ γυνάικα τώρα
όλο να ντρέπομαι
και πρέπει ακόμα να σκληρύνω
και τώρα δεν έχω τι άλλο να πω
σπάνε τα κομμάτια μας σαν αστραπές στον ουρανό
όμως κι έτσι που μ’οξυγονοκολλήσανε δεμένη χειροπόδαρα σε τούτη τη ζωή
σε τούτη την καρέκλα
έτσι και της χώσω μια στον ουρανό – κοίτα ψηλά – θα πιάσει να βρέχει....

γι’αυτό τώρα εμένα που με βλέπετε δεν τρώω δεν κλαίω δεν φοβάμαι δεν βλέπω δεν μιλώ δεν εκκενώνω δεν αντιστέκομαι είμαι αυτάρκης και λεία των νεκρών φωσφορίζουσα
θα προχωρήσω.

---------------------------------------------------------------

Σε ενοχοποιούν
όχι τόσο οι πράξεις σου
σε ενοχοποιούν οι σκέψεις
οι σχέσεις σου
κάτι χαμόγελα που έσβησες
κάτι μαλακισμένες εικόνες που κουβαλάς
σχεδόν ηλιοβασίλεμα

Σε ενοχοποιεί η αθωότητά σου
και αυτά που της χρωστάς
κάτι λάθη
και κάτι πάθη

Και έτσι είσαι ζωγραφισμένος
σ’ ένα κόκκινο μπαλόνι που ανεβαίνει
δε μιλάει
ανεβαίνει πάνω απ’την πόλη

---------------------------------------------------------------

Όχι μωρέ. Δεν έχω κανένα παράπονο.
Είμαι μεγάλος άνθρωπος κι υπεύθυνη των πράξεών μου.
Έκανα πάντα αυτό που ήθελα. Όλο τον κόσμο δικό μου.
Και πάντα μόνη μου, ε;
Κατέβαινα στον ηλεκτρικό
Και ξεπερνιόμουν με το τρένο
Όλο το μήκος της διαδρόμής
Ήταν φορές που ήρθα και πρώτη. Αλήθεια σου λέω.
Τις νύχτες κόλλαγα παράνομες αφίσες
ΖΗΤΩ Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ γράφανε
Και ποτέ μα ποτέ δε με πιάσανε
Ζωγράφισα ακόμα μια γλάστρα ένα λουλούδι κι ένα σύννεφο
Ξέρεις, πολύ απλά πράγματα.
Μπήκα σ’όλα τα σπίτια που νοικιάζονται
Και δεν νοίκιασα ποτέ κανένα.
Κι ακόμα αγαπώ όλους τους άντρες που ξύπνησα μαζί τους.
Μπα, όχι. Δεν κρυώνω.
Τις νύχτες; Βέβαια. Καπνίζω πολύ.
Παραφυλάω αυτούς που δεν κοιμούνται.
Οχι, δεν θέλω. Δε με πιάνει η ασπιρίνη.
Διέσχισα όλους τους δρόμους τρέχοντας
Κι έφερα πολύ καλό χρόνο.
Κάπου πρέπει να πω αυτά που έμαθα
Πρέπει να δείξω αυτά που είδα.
Οχι. Δεν έχω κανένα παράπονο βρε αδερφέ. Δεν έχω που να πάω.

---------------------------------------------------------------

-Κατερινα Γωγου-


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου